Δεν γνωρίζουμε τίποτα

Κάποτε, ζούσε ένας ηλικιωμένος άνθρωπος με το γιο του σε μια φτωχική καλύβα. Μια μέρα, το άλογό του στο οποίο βασίζονταν για να βγάζουν το ψωμί τους, ξεστράτισε στο μονοπάτι και χάθηκε. Οι γείτονες, μόλις έμαθαν το νέο, έσπευσαν να παρηγορήσουν το γέροντα για την κακή του τύχη. Εκείνος όμως τους ρώτησε: «Πώς ξέρετε ότι αυτό είναι κακή τύχη;»

Λίγες μέρες μετά, έξαφνα το άλογο εμφανίστηκε έχοντας μαζί του μερικά άγρια άλογα, που ο άνθρωπός μας και ο γιος του τα κράτησαν και τα εκπαίδευσαν. Αυτή τη φορά οι γείτονες έσπευσαν να μακαρίσουν τον άνθρωπο της ιστορίας μας για την καλή του τύχη. Όμως εκείνος και πάλι τους ξαναρώτησε: «Πώς ξέρετε ότι αυτό είναι καλή τύχη;»

Πράγματι, ένα μήνα μετά, ο γιος του καθώς ίππευε ένα από τα άλογα έπεσε, χτύπησε σοβαρά και έμεινε για πάντα κουτσός. Οι γείτονες για άλλη μια φορά επισκέφτηκαν τον πατέρα και του εξέφρασαν τη βαθιά τους λύπη για την κακοτυχία του. Κι εκείνος, για άλλη μια φορά, τους ρώτησε: «Και πώς ξέρετε ότι αυτό που συνέβηκε είναι κακοτυχία;»

Δεν πέρασε πολύς καιρός και ξέσπασε πόλεμος στην περιοχή. Όλοι οι νέοι άνδρες πήραν τα όπλα και πήγαν να πολεμήσουν, όχι όμως και ο γιος του ανθρώπου που, όντας χωλός, εξαιρέθηκε και έμεινε να βοηθάει τον πατέρα του…

Κάπως έτσι είναι η ζωή
. Δεν γνωρίζουμε τίποτα.

[Από το «Άβατον», τ. 100 (Ιούνιος-Ιούλιος 2010)]
Βαθμολόγησε το άρθρο

You may also like...